Ήταν κάποτε ένα νεαρό ζευγαράκι. Όπως όλα τα νεαρά ζευγαράκια που 
προσπαθούν 
να χαρούν τον έρωτά τους, αλλά δεν έχουν κάπου να τον στεγάσουν, 
κατέφυγαν 
σε ένα παγκάκι στο πάρκο της γειτονιάς, που ο δημοτικός φωτισμός εξ’ 
ορισμού 
δεν λειτουργεί, για να εμπλακούν στις περιπτύξεις. 
Κάθεται λοιπόν η κοπελιά στο παγκάκι με ανοιχτά τα πόδια, χώνει και το 
αγόρι 
το κεφάλι του ανάμεσά τους, και η διαδικασία που επακολουθεί είναι λίγο 
πολύ 
σε όλους γνωστή. Κάποια στιγμή, η κοπελιά δυσανασχετεί.. και σκουντάει 
τον 
νεαρό.. 
– Νίκο..? 
Αυτός όμως απορροφημένος, δεν απαντάει.. 
– Νίκο..!, ξαναλέει η κοπέλα.. 
Αυτός βγάζει ένα μουγκρητό, αλλά συνεχίζει να μην απαντάει.. 
– ΝΙΚΟ, το κέρατό μου, φωνάζει πλέον η κοπελιά.. 
– Τι έγινε?.. λέει ο Νίκος σηκώνοντας το κεφάλι του από τη σχολαστική 
του 
απασχόληση.. 
– Βγάλε τα γυαλιά σου… μου γρατζουνάς τα μπούτια.. εκφράζει η κοπέλα 
το 
παράπονό της.. 
Πραγματικά, ο Νίκος βγάζει τα γυαλιά και συνεχίζει ακάθεκτος την 
πρακτική 
του.. Δεν περνάει ένα λεπτό, και η κοπελιά ξανασκουντάει τον Νίκο.. 
– Νίκο..? του λεει με παγερό ύφος.. 
Ο Νίκος όμως και πάλι δεν απαντάει.. 
– Νίκο!!!.. 
Μουγκρητά, σάλια και τα συναφή.. αλλά ο Νίκος δεν δίνει σημασία.. 
– ΝΙΚΟ Γ@ΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ.. φωνάζει σχεδόν τσαντισμένη η κοπελιά.. 
– Τι θες πάλι? Λέει σηκώνοντας το κεφάλι του ο νεαρός.. – Ξαναφόρα τα γυαλιά σου.. γλύφεις το παγκάκι..