Αγαπημένε μου γιε Γιωρίκα,

-Σου γράφω λίγες γραμμές, για να δεις ότι ζω.

-Συγχώρεσε με που δακτυλογραφώ την επιστολή, αλλά, όπως ξέρεις, δεν ξέρω ούτε να 

διαβάζω ούτε να γράφω. 


Επίσης δακτυλογραφώ αργά, γιατί κι εσύ διαβάζεις αργά. —Δεν θα βρεις το σπίτι, όταν 


επιστρέψεις, γιατί μετακομίσαμε.
 
Δεν ξέρω να σου πω την νέα μας διεύθυνση, γιατί οι προηγούμενοι ένοικοι πήραν μαζί τους 

το οδόσημο και τον αριθμό, ώστε να μην αλλάξουν τη διεύθυνσή τους.

-Ο πατέρας σου έχει μια νέα μοναχική δουλειά και από κάτω του βρίσκονται 500 άτομα.

Κόβει το γκαζόν στο νεκροταφείο. Την προηγούμενη βδομάδα έβρεξε μόνο 2 φορές. Την 

πρώτη έβρεχε για 3 μέρες και την δεύτερη έβρεχε για 4 μέρες.

-Θυμάσαι τον φίλο σου τον Κωστίκα; Ε, πάει πέθανε. Πέθανε ο πατέρας του και ζήτησε να 

θαφτεί στην θάλασσα. Ο Κωστίκας πνίγηκε ενώ έσκαβε τον τάφο του. 

Στο ψυγείο έβαλα ένα άδειο κουτί γάλα για να πίνεις τον καφέ σου μέτριο χωρίς γάλα, 

όπως σου αρέσει.

Η αγαπημένη σου μητέρα.

ΥΓ : Θα σου έστελνα και μερικά χρήματα, αλλά ήδη έκλεισα τον φάκελο.